Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ingenioso
01
ευφυής, εφευρετικός
que tiene habilidad para inventar, crear o resolver problemas de manera original
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más ingenioso
συγκριτικός βαθμός
más ingenioso
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
ingenioso
αρσενικό πληθυντικό
ingeniosos
θηλυκό ενικό
ingeniosa
θηλυκό πληθυντικό
ingeniosas
Παραδείγματα
La estrategia ingeniosa ganó el juego.
Η ευφυής στρατηγική κέρδισε το παιχνίδι.



























