Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inducir
01
προκαλώ, προξενώ
provocar o dar lugar a algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
induzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
induce
ενεστώτα μετοχή
induciendo
απλός αόριστος
indujo
παθητική μετοχή
inducido
Παραδείγματα
El estrés puede inducir insomnio.
Το άγχος μπορεί να προκαλέσει αϋπνία.
02
προκαλώ τον τοκετό, προκαλώ τον ωδίνες
provocar el inicio del parto de manera médica
Παραδείγματα
El médico decidió inducir el parto.
Ο γιατρός αποφάσισε να προκαλέσει τον τοκετό.



























