inducir
in
in
ιν
du
du
ντου
cir
ˈθiɾ
θιρ
impediringerirdividirinferir

Ορισμός και σημασία του "inducir"στα ισπανικά

inducir
01

προκαλώ, προξενώ

provocar o dar lugar a algo 
inducir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
induzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
induce
ενεστώτα μετοχή
induciendo
απλός αόριστος
indujo
παθητική μετοχή
inducido
Παραδείγματα
El estrés puede inducir insomnio. 

Το άγχος μπορεί να προκαλέσει αϋπνία.

02

προκαλώ τον τοκετό, προκαλώ τον ωδίνες

provocar el inicio del parto de manera médica 
Παραδείγματα
El médico decidió inducir el parto. 

Ο γιατρός αποφάσισε να προκαλέσει τον τοκετό.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store