inducir

Ορισμός και σημασία του "inducir"στα ισπανικά

inducir
01

προκαλώ, προξενώ

provocar o dar lugar a algo
inducir definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
induzco
γ΄ ενικό πρόσωπο
induce
ενεστώτα μετοχή
induciendo
απλός αόριστος
indujo
παθητική μετοχή
inducido
Παραδείγματα
El ruido constante puede inducir ansiedad.
Ο συνεχής θόρυβος μπορεί να προκαλέσει άγχος.
02

προκαλώ τον τοκετό, προκαλώ τον ωδίνες

provocar el inicio del parto de manera médica
Παραδείγματα
Se inducirá el parto mañana temprano.
Ο τοκετός θα προκληθεί αύριο το πρωί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store