Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La indignidad
01
ταπείνωση, αξιοθρήνητη συμπεριφορά
cualidad o acción que es indigna, baja o deshonrosa, y que provoca desprecio
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La película muestra las indignidades de la guerra.
Η ταινία δείχνει τις ταπείνωσεις του πολέμου.



























