la indignidad
in
in
in
dig
diɣ
digh
ni
ni
ni
dad
ˈðað
dhadh
indemnidad

Ορισμός και σημασία του "indignidad"στα ισπανικά

01

ταπείνωση, αξιοθρήνητη συμπεριφορά

cualidad o acción que es indigna, baja o deshonrosa, y que provoca desprecio 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Soportar sus insultos era una indignidad. 

Η υπομονή των προσβολών του ήταν μια ταπείνωση.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store