indiferente
indiferente

Ορισμός και σημασία του "indiferente"στα ισπανικά

indiferente
01

αδιάφορος

que no muestra interés, preocupación o emoción hacia algo o alguien 
indiferente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más indiferente
συγκριτικός βαθμός
más indiferente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indiferente
αρσενικό πληθυντικό
indiferentes
θηλυκό ενικό
indiferente
θηλυκό πληθυντικό
indiferentes
Παραδείγματα
El público se mostró indiferente ante el nuevo producto. 

Το κοινό έδειξε αδιαφορία απέναντι στο νέο προϊόν.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store