Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
indiferente
01
αδιάφορος
que no muestra interés, preocupación o emoción hacia algo o alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más indiferente
συγκριτικός βαθμός
más indiferente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
indiferente
αρσενικό πληθυντικό
indiferentes
θηλυκό ενικό
indiferente
θηλυκό πληθυντικό
indiferentes
Παραδείγματα
Su tono de voz era plano e indiferente durante la discusión.
Ο τόνος της φωνής του ήταν επίπεδος και αδιάφορος κατά τη διάρκεια της συζήτησης.



























