Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El incumplimiento
01
παράβαση, μη τήρηση
el acto de no cumplir o respetar una obligación
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
incumplimientos
Παραδείγματα
El banco tomó posesión de la casa debido al incumplimiento de los pagos.
Η τράπεζα κατέλαβε το σπίτι λόγω της μη συμμόρφωσης των πληρωμών.



























