inculpar
in
in
in
cul
kul
kool
par
ˈpaɾ
par
inculcar

Ορισμός και σημασία του "inculpar"στα ισπανικά

inculpar
01

κατηγορώ

atribuir a alguien la responsabilidad de un delito o falta 
inculpar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inculpo
γ΄ ενικό πρόσωπο
inculpa
ενεστώτα μετοχή
inculpando
απλός αόριστος
inculpó
παθητική μετοχή
inculpado
Παραδείγματα
La policía inculpó al sospechoso. 

Η αστυνομία κατηγόρησε τον ύποπτο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store