inculcar

Ορισμός και σημασία του "inculcar"στα ισπανικά

inculcar
01

εμφυσώ, ενσταλάζω

hacer que una idea, hábito o actitud se forme gradualmente en alguien
inculcar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inculco
γ΄ ενικό πρόσωπο
inculca
ενεστώτα μετοχή
inculcando
απλός αόριστος
inculcó
παθητική μετοχή
inculcado
Παραδείγματα
Le inculcaron la importancia del esfuerzo constante.
Του ενέπνευσαν τη σημασία της συνεχούς προσπάθειας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store