Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La incomodidad
01
δυσφορία, ανακοπή
una sensación de malestar físico o una situación que causa molestia, desazón o dificultad
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La incomodidad del zapato nuevo le produjo una ampolla.
Η δυσφορία του νέου παπουτσιού του προκάλεσε φουσκάλα.



























