Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incomodar
01
προκαλώ δυσφορία, ενοχλώ
causar una sensación de incomodidad, molestia o desazón física o social
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
incomodo
γ΄ ενικό πρόσωπο
incomoda
ενεστώτα μετοχή
incomodando
απλός αόριστος
incomodó
παθητική μετοχή
incomodado
Παραδείγματα
No quiero incomodarte con mis problemas.
Δεν θέλω να σε ενοχλήσω με τα προβλήματά μου.



























