Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
inclinar
01
γέρνω
mover o doblar un objeto o parte del cuerpo hacia un lado o hacia adelante
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
inclino
γ΄ ενικό πρόσωπο
inclina
ενεστώτα μετοχή
inclinando
απλός αόριστος
inclinó
παθητική μετοχή
inclinado
Παραδείγματα
Inclina la botella para ver cuánto líquido queda.
Γείρετε το μπουκάλι για να δείτε πόσο υγρό απομένει.
02
έχω τάση να
mostrar tendencia, preferencia o disposición hacia algo
Παραδείγματα
Me inclino a creer que ella tiene razón.
Κλίνω να πιστεύω ότι έχει δίκιο.



























