Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
incluido
01
συμπεριλαμβανόμενος, περιλαμβανόμενος
que forma parte de algo o se encuentra dentro de un conjunto o paquete
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incluido
αρσενικό πληθυντικό
incluidos
θηλυκό ενικό
incluida
θηλυκό πληθυντικό
incluida
Παραδείγματα
Todos los servicios están incluidos en la membresía.
Όλες οι υπηρεσίες περιλαμβάνονται στη συνδρομή.



























