incluido
incluido

Ορισμός και σημασία του "incluido"στα ισπανικά

01

συμπεριλαμβανόμενος, περιλαμβανόμενος

que forma parte de algo o se encuentra dentro de un conjunto o paquete 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
incluido
αρσενικό πληθυντικό
incluidos
θηλυκό ενικό
incluida
θηλυκό πληθυντικό
incluida
Παραδείγματα
El desayuno está incluido en el precio del hotel. 

Το πρωινό περιλαμβάνεται στην τιμή του ξενοδοχείου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store