Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La inactividad
01
αδράνεια
falta de actividad física o movimiento
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La inactividad prolongada afecta la salud.
Η παρατεταμένη αδράνεια επηρεάζει την υγεία.



























