impugnar
impugnar
impregnarimpulsar

Ορισμός και σημασία του "impugnar"στα ισπανικά

impugnar
01

αμφισβητώ, ανασκευάζω

cuestionar, objetar o atacar la validez, exactitud o legalidad de algo 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
impugno
γ΄ ενικό πρόσωπο
impugna
ενεστώτα μετοχή
impugnando
απλός αόριστος
impugnó
παθητική μετοχή
impugnado
Παραδείγματα
La defensa intentó impugnar la credibilidad del testigo principal. 

Η υπεράσπιση προσπάθησε να αμφισβητήσει την αξιοπιστία του κύριου μάρτυρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store