Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improvisar
01
αυτοσχεδιάζω
decir o crear algo en el momento, sin haberlo preparado
Παραδείγματα
Improvisar frente a un público no es fácil.
Το αυτοσχεδιάζω μπροστά σε κοινό δεν είναι εύκολο.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
αυτοσχεδιάζω