improvisar

Ορισμός και σημασία του "improvisar"στα ισπανικά

improvisar
01

αυτοσχεδιάζω

decir o crear algo en el momento, sin haberlo preparado
improvisar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
improviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
improvisa
ενεστώτα μετοχή
improvisando
απλός αόριστος
improvisó
παθητική μετοχή
improvisado
Παραδείγματα
Improvisar frente a un público no es fácil.
Το αυτοσχεδιάζω μπροστά σε κοινό δεν είναι εύκολο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store