Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improvisar
01
αυτοσχεδιάζω
decir o crear algo en el momento, sin haberlo preparado
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
improviso
γ΄ ενικό πρόσωπο
improvisa
ενεστώτα μετοχή
improvisando
απλός αόριστος
improvisó
παθητική μετοχή
improvisado
Παραδείγματα
Improvisar frente a un público no es fácil.
Το αυτοσχεδιάζω μπροστά σε κοινό δεν είναι εύκολο.



























