Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
improbable
01
απίθανος
que tiene pocas posibilidades de ocurrir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más improbable
συγκριτικός βαθμός
más improbable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
improbable
αρσενικό πληθυντικό
improbables
θηλυκό ενικό
improbable
θηλυκό πληθυντικό
improbables
Παραδείγματα
Es improbable que llueva hoy.
Είναι απίθανο να βρέξει σήμερα.
Λεξικό Δέντρο
improbable
probable



























