improbable

Ορισμός και σημασία του "improbable"στα ισπανικά

improbable
01

απίθανος

que tiene pocas posibilidades de ocurrir
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más improbable
συγκριτικός βαθμός
más improbable
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
improbable
αρσενικό πληθυντικό
improbables
θηλυκό ενικό
improbable
θηλυκό πληθυντικό
improbables
Παραδείγματα
La solución parece improbable pero posible.
Η λύση φαίνεται απίθανη αλλά πιθανή.

Λεξικό Δέντρο

improbable
probable
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store