Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
impresionar
01
εντυπωσιάζω
causar admiración o sorpresa en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
impresiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
impresiona
ενεστώτα μετοχή
impresionando
απλός αόριστος
impresionó
παθητική μετοχή
impresionado
Παραδείγματα
Siempre intenta impresionar a sus colegas con sus ideas.
Προσπαθεί πάντα να εντυπωσιάσει τους συναδέλφους του με τις ιδέες του.



























