el ilusionista
i
i
ι
lus
lus
λουσ
io
jo
γο
nis
ˈnis
νισ
ta
ta
τα
progresistabeisbolistacentralistasaxofonista

Ορισμός και σημασία του "ilusionista"στα ισπανικά

El ilusionista
01

ιλουζιονίστας

un artista que crea trucos que parecen imposibles, engañando a la percepción del público 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ilusionistas
αρσενικό ενικό
ilusionista
θηλυκό ενικό
ilusionista
Παραδείγματα
El ilusionista hizo desaparecer una moneda frente a nuestros ojos. 

Ο ιλλουζιονίστας έκανε ένα νόμισμα να εξαφανιστεί μπροστά στα μάτια μας.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store