Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ilusionar
01
ενθουσιάζω
producir alegría o entusiasmo en alguien
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
ilusiono
γ΄ ενικό πρόσωπο
ilusiona
ενεστώτα μετοχή
ilusionando
απλός αόριστος
ilusionó
παθητική μετοχή
ilusionado
Παραδείγματα
Esa canción siempre me ilusiona.
Αυτό το τραγούδι πάντα με ενθουσιάζει.
02
αυταπατώμαι, χτίζω ελπίδες
emocionarse o entusiasmarse pensando que algo bueno ocurrirá
Παραδείγματα
Me ilusioné con la posibilidad de viajar al extranjero.
Ενθουσιάστηκα με την πιθανότητα να ταξιδέψω στο εξωτερικό.



























