Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
El ídolo
01
figura o objeto de adoración, o persona muy admirada
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
ídolos
Παραδείγματα
Los antiguos tenían muchos ídolos.



























