Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
idílico
01
ειδυλλιακός, ειδυλλιακός
que es muy tranquilo, agradable y perfecto para el descanso o la vida rural
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más idílico
συγκριτικός βαθμός
más idílico
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
idílico
αρσενικό πληθυντικό
idílicos
θηλυκό ενικό
idílica
θηλυκό πληθυντικό
idílicas
Παραδείγματα
Pasaron un día idílico junto al lago.
Πέρασαν μια ειδυλλιακή μέρα δίπλα στη λίμνη.



























