la idolatría
i
i
ι
do
ðo
δο
lat
lat
λατ
ría
ɾia
ρια
chachacháedafologíateleologíahomeopatía

Ορισμός και σημασία του "idolatría"στα ισπανικά

01

ειδωλολατρία, υπερβολική λατρεία

adoración excesiva o reverencia hacia objetos, personas o ideas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Criticaba la idolatría de los objetos materiales. 

Κριτικάριε την ειδωλολατρία των υλικών αντικειμένων.

02

ειδωλολατρία, υπερβολική λατρεία

gran admiración o entusiasmo hacia alguien o algo 
Παραδείγματα
Sentía idolatría por su cantante favorito. 

Ένιωθε ειδωλολατρία για τον αγαπημένο του τραγουδιστή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store