horrorizado

Ορισμός και σημασία του "horrorizado"στα ισπανικά

horrorizado
01

τρομοκρατημένος, συγκλονισμένος

que siente miedo extremo, repulsión o consternación ante algo
horrorizado definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más horrorizado
συγκριτικός βαθμός
más horrorizado
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
horrorizado
αρσενικό πληθυντικό
horrorizados
θηλυκό ενικό
horrorizada
θηλυκό πληθυντικό
horrorizadas
Παραδείγματα
Me quedé horrorizado al ver la destrucción causada por el incendio.
Έμεινα τρομοκρατημένος βλέποντας την καταστροφή που προκάλεσε η πυρκαγιά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store