hornear
hor
or
near
ˈneaɾ
near
emigrarcalamaracertarenfocar

Ορισμός και σημασία του "hornear"στα ισπανικά

hornear
01

ψήνω στο φούρνο

cocinar alimentos en el horno 
hornear definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
horneo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hornea
ενεστώτα μετοχή
horneando
απλός αόριστος
horneó
παθητική μετοχή
horneado
Παραδείγματα
Voy a hornear un pastel de chocolate. 

Πρόκειται να ψήσω μια τούρτα σοκολάτας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store