el hormiguero
hor
or
mi
mi
mi
gue
ˈɣe
ghe
ro
ɾo
ro
noticierohechicerocosturerocervecero

Ορισμός και σημασία του "hormiguero"στα ισπανικά

01

μυρμηγκοφωλιά, φωλιά μυρμηγκιών

un nido subterráneo o montículo donde vive una colonia de hormigas 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
hormigueros
Παραδείγματα
Un hormiguero puede tener túneles muy profundos y complejos. 

Μια μυρμηγκοφωλιά μπορεί να έχει πολύ βαθιά και πολύπλοκα τούνελ.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store