Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
hornear
01
ψήνω στο φούρνο
cocinar alimentos en el horno
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
horneo
γ΄ ενικό πρόσωπο
hornea
ενεστώτα μετοχή
horneando
απλός αόριστος
horneó
παθητική μετοχή
horneado
Παραδείγματα
Quiero hornear un pastel para el cumpleaños de mi hermana.
Θέλω να ψήσω ένα κέικ για τα γενέθλια της αδερφής μου.



























