el gremio
grem
ˈgɾem
γκρεμ
io
jo
γο
premioabstemio

Ορισμός και σημασία του "gremio"στα ισπανικά

01

συντεχνία, επαγγελματική ένωση

conjunto de profesionales de un mismo sector o actividad 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
gremios
Παραδείγματα
El gremio de la medicina exige mejores condiciones. 

Η συντεχνία της ιατρικής απαιτεί καλύτερες συνθήκες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store