Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
graznar
01
κραυγάζω (ως χήνα), βγάζω τον χαρακτηριστικό ήχο (χήνα)
emitir su sonido característico un ganso
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
grazno
γ΄ ενικό πρόσωπο
grazna
ενεστώτα μετοχή
graznando
απλός αόριστος
graznó
παθητική μετοχή
graznado
Παραδείγματα
Graznaban sin parar durante la migración.
Κακάρισμα ασταμάτητα κατά τη διάρκεια της μετανάστευσης.



























