la gripe
gri
ˈgɾi
γκρι
pe
pe
πε

Ορισμός και σημασία του "gripe"στα ισπανικά

01

γρίπη, ινφλουέντζα

enfermedad contagiosa que causa fiebre, tos, dolor de garganta y cansancio 
la gripe definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Tengo la gripe y estoy muy cansado. 

Έχω γρίπη και είμαι πολύ κουρασμένος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store