Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La función
01
λειτουργία
responsabilidad o tarea que alguien debe cumplir
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
funciones
Παραδείγματα
Su función en el equipo es organizar los proyectos.
Η λειτουργία του στην ομάδα είναι να οργανώνει τα έργα.
02
παράσταση
representación de teatro, música u otra actividad artística
Παραδείγματα
La función de esta noche comenzará a las ocho.
Η λειτουργία απόψε θα ξεκινήσει στις οκτώ.



























