Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
funcionar
01
λειτουργώ, δουλεύω
trabajar o estar en operación correctamente
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
funciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
funciona
ενεστώτα μετοχή
funcionando
απλός αόριστος
funcioné
παθητική μετοχή
funcionado
Παραδείγματα
El ascensor funciona rápido en este edificio.
Ο ανελκυστήρας λειτουργεί γρήγορα σε αυτό το κτίριο.



























