funcionar
func
funθ
foonth
io
jo
yo
nar
ˈnaɾ
nar
fusionar

Ορισμός και σημασία του "funcionar"στα ισπανικά

funcionar
01

λειτουργώ, δουλεύω

trabajar o estar en operación correctamente 
funcionar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
funciono
γ΄ ενικό πρόσωπο
funciona
ενεστώτα μετοχή
funcionando
απλός αόριστος
funcioné
παθητική μετοχή
funcionado
Παραδείγματα
La computadora no funciona bien. 

Ο υπολογιστής δεν λειτουργεί καλά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store