fumar
Pronunciation
/fumˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "fumar"στα ισπανικά

01

καπνίζω, καπνίζω

inhalar y exhalar el humo del tabaco
fumar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fuma
ενεστώτα μετοχή
fumando
απλός αόριστος
fumé
παθητική μετοχή
fumado
Παραδείγματα
Ella dejó de fumar hace un año.
Σταμάτησε να καπνίζει πριν από ένα χρόνο.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store