fumar
fu
fu
foo
mar
ˈmaɾ
mar
fularfugar

Ορισμός και σημασία του "fumar"στα ισπανικά

01

καπνίζω, καπνίζω

inhalar y exhalar el humo del tabaco 
fumar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fuma
ενεστώτα μετοχή
fumando
απλός αόριστος
fumé
παθητική μετοχή
fumado
Παραδείγματα
Mi abuelo fuma todos los días. 

Ο παππούς μου καπνίζει κάθε μέρα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store