Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
fumar
01
καπνίζω, καπνίζω
inhalar y exhalar el humo del tabaco
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
α΄ ενικό πρόσωπο
fumo
γ΄ ενικό πρόσωπο
fuma
ενεστώτα μετοχή
fumando
απλός αόριστος
fumé
παθητική μετοχή
fumado
Παραδείγματα
Ella dejó de fumar hace un año.
Σταμάτησε να καπνίζει πριν από ένα χρόνο.



























