Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
formalizar
01
επισημοποιώ
dar carácter oficial o formal a algo mediante procedimientos establecidos
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
formalizo
γ΄ ενικό πρόσωπο
formaliza
ενεστώτα μετοχή
formalizando
απλός αόριστος
formalizó
παθητική μετοχή
formalizado
Παραδείγματα
Formalizaron la alianza entre las dos instituciones.
Επισημοποίησαν τη συμμαχία μεταξύ των δύο ιδρυμάτων.



























