Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
extinto
01
εξαφανισμένος, ξεχασμένος
una especie animal o vegetal que ya no tiene ningún individuo vivo en el planeta
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más extinto
συγκριτικός βαθμός
más extinto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
extinto
αρσενικό πληθυντικό
extintos
θηλυκό ενικό
extinta
θηλυκό πληθυντικό
extintas
Παραδείγματα
El dodo es un animal extinto que vivía en una isla.
Το ντόντο είναι ένα εξαφανισμένο ζώο που ζούσε σε ένα νησί.



























