Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La extinción
01
εξαφάνιση
desaparición total y definitiva de una especie, grupo o fenómeno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
Muchas especies de aves están en peligro de extinción.
Πολλά είδη πουλιών κινδυνεύουν με εξαφάνιση.



























