Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La extinción
01
εξαφάνιση
desaparición total y definitiva de una especie, grupo o fenómeno
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
Παραδείγματα
La humanidad debe actuar para evitar la extinción de miles de especies.
Η ανθρωπότητα πρέπει να ενεργήσει για να αποφύγει την εξαφάνιση χιλιάδων ειδών.



























