el experto
ex
eks
eks
per
ˈpeɾ
per
to
to
to
inciertomuertodescubiertodesconcierto

Ορισμός και σημασία του "experto"στα ισπανικά

01

ειδικός, εμπειρογνώμονας

persona con gran conocimiento o habilidad en un área específica 
el experto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
expertos
αρσενικό ενικό
experto
θηλυκό ενικό
experta
neutral form
especialista
Παραδείγματα
El profesor es un experto en historia medieval. 

Ο καθηγητής είναι ειδικός στη μεσαιωνική ιστορία.

01

έμπειρος

que tiene gran conocimiento o habilidad en un área 
experto definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más experto
συγκριτικός βαθμός
más experto
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
experto
αρσενικό πληθυντικό
expertos
θηλυκό ενικό
experta
θηλυκό πληθυντικό
expertas
θεματικό πεδίο
habilidad, conocimiento, profesión
Παραδείγματα
Juan es muy experto en ajedrez. 

Ο Χουάν είναι πολύ ειδικός στο σκάκι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store