Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explicar
01
εξηγώ
dar razones o detalles para que alguien entienda algo
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
explico
γ΄ ενικό πρόσωπο
explica
ενεστώτα μετοχή
explicando
απλός αόριστος
expliqué
παθητική μετοχή
explicado
Παραδείγματα
El profesor siempre explica con ejemplos.
Ο δάσκαλος εξηγεί πάντα με παραδείγματα.



























