explicar
Pronunciation
/ˌeksplikˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "explicar"στα ισπανικά

explicar
01

εξηγώ

dar razones o detalles para que alguien entienda algo
explicar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ανώμαλο
α΄ ενικό πρόσωπο
explico
γ΄ ενικό πρόσωπο
explica
ενεστώτα μετοχή
explicando
απλός αόριστος
expliqué
παθητική μετοχή
explicado
Παραδείγματα
El profesor siempre explica con ejemplos.
Ο δάσκαλος εξηγεί πάντα με παραδείγματα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store