explorar
exp
eksp
eksp
lo
lo
lo
rar
ˈɾaɾ
rar
explotarexplicar

Ορισμός και σημασία του "explorar"στα ισπανικά

explorar
01

εξερευνώ, περιηγούμαι

visitar o recorrer un lugar para conocerlo mejor 
explorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exploro
γ΄ ενικό πρόσωπο
explora
ενεστώτα μετοχή
explorando
απλός αόριστος
exploré
παθητική μετοχή
explorado
Παραδείγματα
Queremos explorar la ciudad antigua. 

Θέλουμε να εξερευνήσουμε την αρχαία πόλη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store