Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
explorar
01
εξερευνώ, περιηγούμαι
visitar o recorrer un lugar para conocerlo mejor
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exploro
γ΄ ενικό πρόσωπο
explora
ενεστώτα μετοχή
explorando
απλός αόριστος
exploré
παθητική μετοχή
explorado
Παραδείγματα
Los turistas quieren explorar la costa.
Οι τουρίστες θέλουν να εξερευνήσουν την ακτή.



























