explorar
Pronunciation
/ˌeksplɔɾˈaɾ/

Ορισμός και σημασία του "explorar"στα ισπανικά

explorar
01

εξερευνώ, περιηγούμαι

visitar o recorrer un lugar para conocerlo mejor
explorar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exploro
γ΄ ενικό πρόσωπο
explora
ενεστώτα μετοχή
explorando
απλός αόριστος
exploré
παθητική μετοχή
explorado
Παραδείγματα
Los turistas quieren explorar la costa.
Οι τουρίστες θέλουν να εξερευνήσουν την ακτή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store