expedir
expedir

Ορισμός και σημασία του "expedir"στα ισπανικά

expedir
01

εκδίδω

enviar o emitir oficialmente un documento, producto o mercancía 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
expido
γ΄ ενικό πρόσωπο
expide
ενεστώτα μετοχή
expidiendo
απλός αόριστος
expidió
παθητική μετοχή
expedido
Παραδείγματα
La oficina expidió el certificado ayer. 

Το γραφείο εξέδωσε το πιστοποιητικό χθες.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store