Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
expedir
01
εκδίδω
enviar o emitir oficialmente un documento, producto o mercancía
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
expido
γ΄ ενικό πρόσωπο
expide
ενεστώτα μετοχή
expidiendo
απλός αόριστος
expidió
παθητική μετοχή
expedido
Παραδείγματα
El sistema expide recibos automáticamente.
Το σύστημα εκδίδει αποδείξεις αυτόματα.



























