exigente
ex
ek
ek
i
si
si
gen
ˈxen
khen
te
te
te
existente

Ορισμός και σημασία του "exigente"στα ισπανικά

01

απαιτητικός

que pide mucho esfuerzo, atención o calidad a sí mismo o a los demás 
exigente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exigente
συγκριτικός βαθμός
más exigente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exigente
αρσενικό πληθυντικό
exigentes
θηλυκό ενικό
exigente
θηλυκό πληθυντικό
exigentes
Παραδείγματα
El profesor es muy exigente con sus estudiantes. 

Ο δάσκαλος είναι πολύ απαιτητικός με τους μαθητές του.

02

απαιτητικός

que requiere mucho esfuerzo, habilidad o dedicación 
exigente definition and meaning
Παραδείγματα
Este examen es muy exigente. 

Αυτή η εξέταση είναι πολύ απαιτητική.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store