exigente

Ορισμός και σημασία του "exigente"στα ισπανικά

01

απαιτητικός

que pide mucho esfuerzo, atención o calidad a sí mismo o a los demás
exigente definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο σε -nte
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
el más exigente
συγκριτικός βαθμός
más exigente
διαβαθμίσιμο
αρσενικό ενικό
exigente
αρσενικό πληθυντικό
exigentes
θηλυκό ενικό
exigente
θηλυκό πληθυντικό
exigentes
Παραδείγματα
Algunos padres son demasiado exigentes con sus hijos.
Μερικοί γονείς είναι πολύ απαιτητικοί με τα παιδιά τους.
02

απαιτητικός

que requiere mucho esfuerzo, habilidad o dedicación
exigente definition and meaning
Παραδείγματα
La preparación del evento fue exigente y agotadora.
Η προετοιμασία της εκδήλωσης ήταν απαιτητική και εξαντλητική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store