la exigencia
exigencia
existencia

Ορισμός και σημασία του "exigencia"στα ισπανικά

01

απαίτηση, προϋπόθεση

requisito, demanda o condición que se impone para lograr algo 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
exigencias
Παραδείγματα
La exigencia del trabajo es muy alta. 

Η απαίτηση της εργασίας είναι πολύ υψηλή.

02

απαίτηση

reclamación o solicitud firme de algo que se considera debido 
Παραδείγματα
Presentó una exigencia de indemnización. 

Υπέβαλε αίτημα αποζημίωσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store