exclamar
exclamar

Ορισμός και σημασία του "exclamar"στα ισπανικά

exclamar
01

αναφωνώ, κραυγάζω

decir o gritar algo con emoción o sorpresa 
exclamar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exclamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exclama
ενεστώτα μετοχή
exclamando
απλός αόριστος
exclamó
παθητική μετοχή
exclamado
Παραδείγματα
¡No puede ser!", exclamó ella al ver el resultado. 

«Δεν γίνεται!» αναφώνησε εκείνη βλέποντας το αποτέλεσμα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store