Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exclamar
01
αναφωνώ, κραυγάζω
decir o gritar algo con emoción o sorpresa
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
α΄ ενικό πρόσωπο
exclamo
γ΄ ενικό πρόσωπο
exclama
ενεστώτα μετοχή
exclamando
απλός αόριστος
exclamó
παθητική μετοχή
exclamado
Παραδείγματα
Ella exclamó que no lo había esperado.
Εκείνη αναφώνησε ότι δεν το περίμενε.



























