Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exasperado
01
εξοργισμένος, εκνευρισμένος
que siente enfado intenso, irritación o frustración
Παραδείγματα
Me sentí exasperado al no encontrar la solución.
Αισθάνθηκα εξοργισμένος που δεν βρήκα τη λύση.



























