Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
La estupefacción
[gender: feminine]
01
κατάπληξη, έκπληξη
estado de gran sorpresa o asombro
Παραδείγματα
El final inesperado de la historia provocó estupefacción en los lectores.
Το απροσδόκητο τέλος της ιστορίας προκάλεσε κατάπληξη στους αναγνώστες.



























